Ο Ερνέστο Βαλβέρδε αποκαλυπτικός όσο ποτέ, αναπολεί το πέρασμά του από τον Ολυμπιακό, αποκαλύπτει κρυφές πτυχές για την επιστροφή του στους ερυθρόλευκους και δεν αποκλείει το γεγονός μια μέρα να επιστρέψει στον ερυθρόλευκο πάγκο.
- Διαβάστε αποσπάσματα από τη συνέντευξη του Ερνέστο Βαλβέρδε στο Sport24.gr:
Ας περάσουμε τώρα στην Ελλάδα και την πρώτη χρονιά σας στον Ολυμπιακό. Από εκείνη τη σεζόν ποιο ματς θυμάστε περισσότερο;
“Φυσικά τον τελικό του Κυπέλλου με την ΑΕΚ. Στο κινητό μου υπάρχει ακόμα η φωτογραφία με το τελικό σκορ των πέναλτι από το μάτριξ του ΟΑΚΑ. Είναι από τις πιο αγαπημένες μου! Σε όποιον δεν το πιστεύει, του τη δείχνω. Όταν εξηγώ στον κόσμο τί συνέβη σε εκείνον τον τελικό, δεν με πιστεύουν. Οπότε κι εγώ τους δείχνω τη φωτογραφία με τον τελικό αριθμό των πέναλτι”.
Στη διάρκεια της διαδικασίας των πέναλτι πώς νιώθατε;
“Η αλήθεια είναι ότι από ένα σημείο και μετά, είχα χάσει την επαφή με την πραγματικότητα. Στην αρχή είσαι νευρικός, περιμένεις να δεις αν θα κερδίσεις. Ο Τζόλε έχασε το πέμπτο – αν θυμάμαι καλά – το οποίο θα μας έδινε τη νίκη, αλλά έφτασε κάποια στιγμή που σκεφτόμουν «ας αστοχήσει επιτέλους κάποιος, να πάμε σπίτια μας», γιατί εκείνη η αγωνία ήταν πλέον φοβερή!
Πέρα από αυτό όμως, το παιχνίδι ήταν και δύσκολο και εκπληκτικό. Πολύ κλειστό μετά το 2-0, μπορέσαμε να ισοφαρίσουμε, μας έβαλαν γκολ στο τέλος και εκεί σκέφτηκα ότι θα χάναμε, καταφέραμε να ισοφαρίσουμε ξανά, σκοράραμε στην παράταση και πίστεψα ότι αυτό θα ήταν το τελικό σκορ, ισοφάρισαν και πάλι… Ένα παιχνίδι εκτός ελέγχου! Σίγουρα ένα από τα πιο δραματικά παιχνίδια της καριέρας μου”.
Ένα χρόνο αργότερα και μετά το πέρασμα από τη Βιγιαρεάλ, σειρά είχε το δεύτερο πέρασμα από τον Ολυμπιακό. Εκεί λοιπόν πήρατε την απόφαση να δεχτείτε την πρόταση του κυρίου Μαρινάκη, λίγες μόλις εβδομάδες μετά το «όχι» που είχατε πει στην πρόταση του κυρίου Κόκκαλη.
“Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα σκοπό να επιστρέψω στον Ολυμπιακό. Όταν έφυγα την πρώτη φορά, το είχα σκεφτεί πολύ, τελικά είπα το «ναι» για μια ακόμη σεζόν, αλλά δε συνεχίσαμε λόγω ενός προβλήματος που προέκυψε πάνω σε κάτι που είχαμε συμφωνήσει με τη διοίκηση, η οποία αποφάσισε τελικά να μην ανανεώσει το συμβόλαιό μου. Το καλοκαίρι του 2010, τον Ιούνιο, τους είπα όχι στην πρόταση που μου έκαναν, και όταν επέστρεψαν ξανά τον Αύγουστο, η αλήθεια είναι πως αποφάσισα να δεχτώ, επειδή στο μεσοδιάστημα είχαν επικοινωνήσει μαζί μου αρκετές φορές.
Τον Ιούνιο τους είπα ότι δεν ήθελα να γυρίσω, δεν ήθελα να αφήσω πάλι πίσω την οικογένεια, αλλά μέχρι τον Αύγουστο μου τηλεφώνησαν δυο τρεις φορές ακόμα. Οπότε έφτασε κάποια στιγμή που είπα εντάξει, θα πάω, για να επιμένουν τόσο πολύ, σημαίνει ότι με θέλουν πολύ, σημαίνει ότι εκτιμούν αυτό που είχα κάνει την πρώτη φορά. Ήρθε ο πρόεδρος στη Βαρκελώνη και καταλήξαμε σε συμφωνία. Από την άλλη δε νομίζω ότι ήταν θέμα προέδρου, δεν είπα ναι επειδή ήταν ο Μαρινάκης και όχι ο Κόκκαλης. Δέχτηκα επειδή υπήρχε μεγάλη επιμονή από την πλευρά τους και γνωρίζοντας μέσα μου ότι κάποια στιγμή θα επέστρεφα στον Ολυμπιακό, είπα «ας γίνει τώρα».
Tι σας λείπει περισσότερο από την Ελλάδα;
” Πολλά πράγματα. Οι φίλοι, ο σύλλογος, το «Καραϊσκάκης», οι ελληνικές θάλασσες, το πολύ καλό κλίμα που είχαμε στον εργασιακό χώρο του Ρέντη. Πολλά πράγματα”.
Πείτε μου το καλύτερο και το χειρότερο χαρακτηριστικό του ελληνικού ποδοσφαίρου.
“Το καλύτερο είναι το πάθος που έχουν οι Έλληνες για το ποδόσφαιρο. Το ότι κάθε φίλαθλος υποστηρίζει και αγαπάει την ομάδα του χωρίς όρους, η ατμόσφαιρα που δημιουργείται μέσα στα γήπεδα. Και το χειρότερο είναι πάλι το ίδιο. Το ότι δηλαδή όλο αυτό το πάθος μέσα στα γήπεδα μετατρέπεται σε κίνδυνο. Εγώ έζησα αρκετές δυσάρεστες καταστάσεις στα ελληνικά γήπεδα. Πολύ δυσάρεστες. Πέρυσι, για παράδειγμα, στο ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό, επίσης στην έδρα του ΠΑΟΚ, αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, και στο δικό μας γήπεδο υπήρξαν δυσάρεστες στιγμές για τους αντιπάλους μας. Αυτό είναι σίγουρα το πιο αρνητικό χαρακτηριστικό του ελληνικού ποδοσφαίρου. Αφαιρεί πρεστίζ από το πρωτάθλημα και φυσιολογικούς φίλαθλους από τα γήπεδα”.
Σειρά έχει η αιώνια ερώτηση! Θα επιστρέφατε στην Ελλάδα;
“Εγώ στην Ελλάδα θα επιστρέψω σίγουρα. Θα έρθω για να δω τους φίλους μου. Δεν ξέρω αν θα το κάνω ως προπονητής. Επιμένεις να σου πω…! Ειλικρινά δεν το γνωρίζω. Ίσως επιστρέψω κάποια στιγμή. Θα δείξει. Εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Μην ξεχνάς ότι γινόμαστε πιο μεγάλοι και μετά από κάποια χρόνια δεν θα είμαι πια τόσο νέος όσο όταν ήρθα στον Ολυμπιακό και οι ομάδες μπορεί να μη δείχνουν πλέον τόσο ενδιαφέρον για μένα.
Αυτό πάντως που έζησα στην Ελλάδα, ήταν κάτι υπέροχο. Όταν πρωτοήρθα εκεί, σκεφτόμουν «για να δω πώς θα τα βγάλω πέρα με τους Έλληνες», δεν ήξερα τι θα συναντήσω, και τώρα μπορώ να πω ότι πέρασα καταπληκτικά, ότι ήταν μια από τις πιο όμορφες εμπειρίες της ζωής μου”.
Μπορείτε να ξεχωρίσετε κάποιον από τους παίκτες που είχατε στον Ολυμπιακό;
“Δεν θα μπορούσα να πω μόνο έναν. Η αλήθεια είναι ότι στάθηκα τυχερός με τους παίκτες που είχα στον Ολυμπιακό. Νικοπολίδης, Τάσος Πάντος, Αβραάμ Παπαδόπουλος, Όλοφ Μέλμπεργκ, Μοδέστο, Κέβιν, Ορμπάιθ, Μαρκάνο, Χολέβας. Δεν θέλω να λέω ονόματα για να μην ξεχάσω κάποιους. Ο Στολτίδης, ο οποίος ήταν μεγάλος μαχητής, ο Τοροσίδης.
Είχα πολύ καλούς παίκτες, που πρόσφεραν πολλά στον σύλλογο, που τα έδωσαν όλα. Ο Λουτσιάνο Γκαλέτι, ο Νταβίδ Φουστέρ, ένας παίκτης που στην αρχή ο κόσμος τον υποδέχτηκε ψυχρά, αλλά στη συνέχεια είδαμε όλοι πόσα μας πρόσφερε με πολύ σημαντικά γκολ στον τελικό του Κυπέλλου και στην Ευρώπη. Ο Αριέλ Ιμπαγάσα, παρά λίγο να τον ξεχάσω.
Τι παιχταράς! Ράφικ Τζεμπούρ, Αμπντούν, αλλά και οι νεώτεροι όπως ο Παπάζογλου, πρόσφεραν αρκετά. Ο Ντάρκο Κοβάσεβιτς, ο Τζόρτζεβιτς… Και πόσοι ακόμα”!


Αριθμός Πιστοποίησης ΜΗΤ 242701